Παραμύθια για μεγάλους (και όχι μόνο).
Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας άνθρωπος, ο Θανάσης. Ο Θανάσης είχε ένα κρυφό πόθο, να γνωρίσει τον κόσμο. Από μικρό παιδί προσπαθούσε να εξηγήσει τα πράγματα και έβρισκε τρόπους δικούς του.
Τα πιο περίεργα ερωτηματικά φύτρωναν μέσα στο μυαλό του και ζητούσαν απαντήσεις: Γιατί ξημερώνει; Γιατί δεν μπορώ να πιάσω το νερό; Τι καταλαβαίνει ο σκύλος μου όταν του μιλάω;
Κι όταν μεγάλωσε αναρωτιόταν: Γιατί κοιμάμαι; Σε τι διαφέρει ο έρωτας από την αγάπη; Γιατί οι άνθρωποι που μιλούν την ίδια γλώσσα δεν καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλο;
Σε όλα αυτά τα ερωτηματικά του μικρού και του μεγάλου Θανάση έρχονται να προστεθούν και αυτά τα μεγάλα και αιώνια, που κανείς μέχρι σήμερα δεν έχει απαντήσει: Ο Θεός υπάρχει; Υπάρχει «ζωή» μετά το θάνατο; Γιατί γεννήθηκα; Υπάρχουν εξωγήινοι; Ποιος έφτιαξε τον κόσμο; Μια ζωή δεν φτάνει, να μην κάνει τίποτα άλλο ο Θανάσης και πάλι δεν ξέρει αν θα μπορέσει να απαντήσει μερικά από αυτά.
Ο μεγάλος πια Θανάσης ξαναγυρίζει στον μικρό Θανάση και στους τρόπους που αυτός είχε εφεύρει για να απαντά στα ερωτηματικά του. Γιατί τα παιδιά έχουν ένα τρόπο μαγικό, απλό, πρωτόγονο και αρχέγονο μαζί και μία ικανότητα φοβερή να δίνουν απαντήσεις που φέρνουν τους μεγάλους σε αμηχανία, έτσι που να μη μπορούν να πουν ούτε ναι, ούτε όχι. Όπως, μπορούμε να πάρουμε χρήματα από την τράπεζα που έχει πολλά, για να αγοράσουμε αυτά τα ωραία κόκκινα παπούτσια; Το μυαλό τους δεν έχει μπει ακόμα σε καλούπια για να πάρει σχήμα και μορφή, η σκέψη τους είναι ελεύθερη και ανοιχτή σε όλα τα ενδεχόμενα. Όταν δεν ξέρουν, ρωτούν για να μάθουν. Όταν δεν θέλουν, δεν απαντούν. Όταν απαντούν, η απάντηση μπορεί να μη φαίνεται πάντα «λογική» στους μεγάλους, εκείνα όμως είναι σίγουρα πως έτσι έχουν τα πράγματα.
Έτσι ο μεγάλος Θανάσης ρωτάει τον μικρό Θανάση να του δώσει απαντήσεις στα ερωτηματικά του. Το ίδιο όπως όταν κάποιος περιμένει ένα θαύμα από τον Θεό για κάποιο θέμα του. Η «λογική» λέει ότι τίποτα δεν μπορεί να γίνει, αυτός ο μεγάλος όμως συμπεριφέρεται με τη σιγουριά του μικρού μέσα του, που ξέρει ότι θαύματα γίνονται κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή. Τέτοια θαύματα σαν το ότι έμαθε να μιλά μια γλώσσα χωρίς να κάνει ούτε ένα λεπτό μάθημα σε σχολείο, ή που εκεί που δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος στα πόδια του, ξαφνικά μια μέρα κάτι άλλαξε μέσα του και περπάτησε....
Ο Θανάσης λοιπόν πατάει σε δύο βάρκες, η μία είναι του μεγάλου Θανάση που έχει το όνομα Λογική και η άλλη του μικρού Θανάση που έχει το όνομα Φαντασία. Η Λογική του λέει πως αν πατήσει στο νερό θα βουλιάξει, μα η Φαντασία του λέει πως ίσως και μπορέσει να περπατήσει. Αφού το κουνούπι μπορεί, γιατί και ο ίδιος να μη μπορεί; Πάντα βρίσκεται ένας τρόπος για να γίνουν τα πράγματα.
Με αυτά και με αυτά ο Θανάσης προσπαθεί να δέσει τις δύο βάρκες μαζί για να μπολιάσει τη λογική με φαντασία αλλά να κάνει και τη φαντασία να λογικευτεί. Δύο καρπούζια όμως δεν χωρούν στην ίδια μασχάλη. Έτσι κι ο Θανάσης κατάλαβε πως αυτό που προσπαθούσε είναι αδύνατο να συμβεί. Έβγαλε όμως και ένα συμπέρασμα. Η λογική αφήνει πάντα μία αμφιβολία. Σαν μια μεγάλη πρόσθεση που ενώ υπάρχει μόνο ένας τρόπος να γίνει, την ξανακάνει πάλι για να είναι σίγουρος για το αποτέλεσμα. Κάπως έτσι εφευρέθηκε και η επαλήθευση στη λύση των διαφόρων προβλημάτων. Η φαντασία από την άλλη είναι πάντα σίγουρη για τα δημιουργήματα της. Κανείς δεν μπορεί να πείσει ένα παιδί ότι αυτό που έχει ζωγραφίσει δεν είναι η καλή νεράιδα που μεταμορφώνει τις κολοκύθες σε χρυσοποίκιλτες άμαξες.
Ο μεγάλος Θανάσης αναρωτιέται μήπως δεν έχει καταλάβει κάτι. Η επιθυμία του να γνωρίσει τον κόσμο συναντά εμπόδια. Η Λογική του λέει πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατο και πως δεν θα μπορέσει ποτέ να πραγματοποιήσει τον σκοπό του. Πως θα χάνει το χρόνο του όταν οι άλλοι θα προοδεύουν εργαζόμενοι, θα κερδίζουν χρήματα και θα φτιάχνουν ευτυχισμένες οικογένειες. Γιατί οι ονειροπόλοι δεν βρίσκουν εύκολα θέση στον κόσμο. Χάνουν το χρόνο τους και «ο χρόνος είναι χρήμα» όπως λέει και η λογική. Έτσι χάνοντας το χρόνο τους οι ονειροπόλοι γίνονται φτωχοί. Και ξέρουμε όλοι, πως οι φτωχοί είναι και οι δυστυχισμένοι στον κόσμο. Η Φαντασία από την άλλη, που τώρα πια ζει σε ένα μυστικό κήπο που έχει φτιάξει ειδικά γι’ αυτή ο μεγάλος Θανάσης, λέει άλλα! Λέει πως η λογική, βλέπει τον κόσμο μέσα από χοντρά μυωπικά γυαλιά και τον παραμορφώνει, γιατί αν βλέπουμε μόνο μωρά μπροστά μας, θα πιστέψουμε πως οι άνθρωποι δεν έχουν δόντια. Λέει ακόμα πως ο κόσμος δεν είναι μόνο ότι αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος με όραση, ακοή, γεύση, αφή και όσφρηση αλλά και όπως τον πλάθει ο υπηρέτης που έγινε το μεγάλο αφεντικό, ο νους. Σα να είναι ο κόσμος από πλαστελίνη, μπορεί να πάρει ότι σχήμα του δώσει ο νους. Τη μια τον φτιάχνει γεμάτο τέρατα κακούς ανθρώπους και πολέμους και την άλλη τον φτιάχνει γεμάτο νεράιδες και πλάσματα της αγάπης που μας προστατεύουν και δεν παθαίνουμε ποτέ κανένα κακό. Και είναι αλήθεια, γιατί αν ρωτήσεις διαφορετικούς ανθρώπους τη γνώμη που έχουν για τον κόσμο που ζούμε, θα πάρεις πολλές διαφορετικές απαντήσεις. Λέει η Φαντασία δηλαδή, ότι αν όλοι άνθρωποι είχαν την ειρήνη και την αγάπη μέσα στο μυαλό τους τότε αυτόματα θα εξαφανίζονταν όλοι οι πόλεμοι και τα όπλα και η δυστυχία από τη γη. Λέει ότι όλοι άνθρωποι είναι ίσοι ακόμα και όταν το χρώμα του δέρματος τους είναι πιο σκούρο από των υπολοίπων και ότι έχουν τα ίδια δικαιώματα είτε είναι άντρες είτε είναι γυναίκες.
Και σκέφτεται ο Θανάσης.... Μήπως κάθε άνθρωπος ζει σε διαφορετικό κόσμο ή μήπως ο ίδιος κόσμος φαίνεται διαφορετικός στους ανθρώπους ανάλογα με αυτό που πιστεύουν για αυτόν. Ο μικρός Θανάσης όμως ξέρει πως ο κόσμος είναι φτιαγμένος με ένα και μοναδικό τρόπο. Ξέρει ότι ο ήλιος τους φωτίζει όλους και τον τίμιο και τον κλέφτη, γιατί δεν φταίει ο ήλιος που φωτίζει αλλά ο κλέφτης που κλέβει. Και όποιος δεν συμφωνεί μαζί του, δεν τον παίζει στα παιχνίδια του. Γι’ αυτό οι μικροί δεν παίζουν τους μεγάλους στα παιχνίδια τους. Γιατί οι μεγάλοι δεν ξέρουν πως είναι φτιαγμένος ο κόσμος και δεν ξέρουν τους κανόνες του παιχνιδιού.
Η Φαντασία λέει: Δεν έχω όρια, ο κόσμος δεν έχει αρχή μα δεν τελειώνει και πουθενά. Τα παραμύθια λένε την αλήθεια, γιατί μπορούν να ανοίγουν παράθυρα στα σκοτεινά δωμάτια της Λογικής. Ο κόσμος δεν υπάρχει χωρίς εμένα γιατί ο κόσμος είναι μέσα μου.
Ο μεγάλος Θανάσης ακόμα πατάει στις δύο βάρκες, ακούει το μονόλογο της καθεμιάς καθώς κρατάει στην αγκαλιά του τον μικρό Θανάση. Ο μεγάλος Θανάσης συνεχίζει το ταξίδι του στη ζωή, επιβάτης στις δύο βάρκες.
Εργάζεται και είναι ένας συνεπής εργαζόμενος. Έχει κάνει οικογένεια και επιδιώκει το καλό της. Έχει φίλους και αισθάνεται χρήσιμος στην κοινωνία. Πληρώνει φόρους και σέβεται το περιβάλλον. Στον λίγο χρόνο που του μένει ελεύθερος κοιτάζει προς τον μικρό Θανάση που πάντα κρατά στην αγκαλιά του και επιδιώκει μαζί του να πραγματοποιήσει το μεγάλο του όνειρο.... Να γνωρίσει τον κόσμο!
Ο μικρός Θανάσης δεν καταλαβαίνει καλά τον κόσμο των μεγάλων. Μπορεί να μοιάζει με τον δικό του, όμως στα σίγουρα δεν είναι ίδιος. Γιατί δεν έχει παιχνίδια και παραμύθια. Γιατί δεν αλλάζει εύκολα όταν δεν είναι χρήσιμος πια. Γιατί οι δράκοι δεν νικούν τους κακούς για να προστατεύσουν τους καλούς. Γιατί οι μεγάλοι δεν γελάνε εύκολα. Γιατί τα παιχνίδια των μεγάλων δεν είναι πάντα καλά. Με λίγα λόγια ο μικρός Θανάσης ξέρει πως η ζωή είναι ένα παιχνίδι, αλλά οι μεγάλοι δεν το παίζουν καλά και δίκαια. Κάνουν ζαβολιές, κλέβουν, κοροϊδεύουν και λένε ψέματα.
Όμως που να τα πει όλα αυτά ο μεγάλος Θανάσης και ποιος να τον πιστέψει; Δεν ξέρει αν υπάρχει άλλος που να σκέφτεται όπως αυτός κι αν υπάρχει που να είναι άραγε; Φτιάχνει λοιπόν ένα κρυφό κήπο, ένα όμορφο περιβόλι, ένα κόσμο τελικά όπως τον ονειρεύεται και τον επιθυμεί, για να μπορεί να ζει και να αναπνέει εκεί μέσα. Εκεί μένει και ο μικρός Θανάσης που σαν μικρό παιδί αρνείται να δεχτεί (και καλά κάνει) τον κόσμο των μεγάλων.
Όσο ο μεγάλος Θανάσης μεγαλώνει, τόσο μικραίνει η αυλή στην οποία μπορεί να ζει και να κινείται. Καταλαβαίνει που τον οδηγούν. Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια τρεις λέξεις που του σφίγγουν το κρανίο καθώς συνειδητοποιεί πως δεν μπορεί να ξεφύγει από πουθενά. Ο μικρός Θανάσης ξέρει πως Πατρίς, θρησκεία, Οικογένεια λέγεται το παιχνίδι των μεγάλων που παίζεται χωρίς κανείς μικρός να ξέρει τους κανόνες. Ένα παιχνίδι στο οποίο πάντα οι μικροί χάνουν γιατί οι μεγάλοι ξέρουν καλύτερα. Έτσι δεν λέει η οικογένεια; Και η θρησκεία δεν λέει πως πρέπει οι μικροί να υπακούνε τους μεγάλους κι όλοι μαζί κάποιους κυρίους με μαύρα ρούχα που αυτοί τα ξέρουν όλα; Όσο για την πατρίδα, αυτή κι αν δεν ξέρει κανείς πως παίζεται! Είναι το πιο επικίνδυνο από τα παιχνίδια των μεγάλων γιατί εκεί μπορεί κανείς να τα χάσει όλα.
Η ελπίδα όμως πεθαίνει τελευταία. Κι ο μεγάλος Θανάσης ελπίζει. Ελπίζει γιατί τον αγαπά, τον στηρίζει και τον βοηθά ο μικρός Θανάσης. Γιατί του λέει πότε να προσέχει και πότε να είναι ανέμελος και χαλαρός. Ο μικρός λέει στον μεγάλο ποιοι είναι οι σωστοί κανόνες: οικογένεια μας είναι όσοι είναι σαν κι εμάς, θρησκεία μας είναι η αγάπη όλων των ανθρώπων και πατρίδα μας είναι η γη ολόκληρη. Γιατί όσοι δεν ακούν τον μικρό κάποιο που κρύβουν μέσα τους, θα χάνουν συνέχεια παίζοντας χωρίς κανόνες με τους μεγάλους.